
(Αφροδίτη, Παν, Έρως)
1. Αρχίλοχος ο Πάριος (ο ξεπεσμός της ποίησης).

Ποιητάκος του 7ου αι. π.Χ., μπάσταρδο τέκνο παριανού αριστοκράτη και θρακιώτισσας σκλάβας, πρόστυχος, μοιχός, γκομενιάρης και τσαμουκάς, και, το χειρότερο, ρίψασπις.
Όχι μόνο πέταξε την ασπίδα του την ώρα της μάχης και το’βαλε στα πόδια, αλλά είχε το θράσος να το τραγουδάει κιόλας:
«Σαν ποιος Θρακιώτης το σκουτάρι μου να χαίρεται, που αφήκα
αθέλητά μου – κι ήταν όμορφο πολύ – σε κάποιο θάμνο;
Μα γλύτωσα! Πολύ που νοιάζουμε για το σκουτάρι εκείνο!
Ας πάει κατά γκρεμού! Καλύτερο θα βρω και θ’αγοράσω!»
(μτφ. Ι. Κακριδής)
Επίσης, ερχόταν σε αντίθεση με την ελληνοπρεπή αισθητική, η οποία θέλει τους αρχηγούς δίμετρα παλλικάρια, υμνώντας την Αρεία φυλή. Αντιθέτως, η περιγραφή του «ήρωά» του μοιάζει με κακόσχημο αναρχοάπλυτο απόβρασμα:
«Δεν θέλω εγώ το στρατηγό ψηλό, κορδάτο,
με μπούκλες μυρωμένες, καλοξυρισμένο»∙
κοντός ας είναι, με στραβά κανιά, μονάχα
στέρια στο χώμα να πατά, καρδιά γεμάτος»
(μτφ. Ι. Κακριδής)
Επίσης, είχε το θράσος να βρίζει και να το καυχιέται:
«Εγώ ενα ξέρω και καλά: τον που κακό μου κάνει
ν’ αντιπληρώνω με βρισιές βαριές»
(μτφ. Ι. Κακριδής)
Για όλους τους παραπάνω λόγους, προτείνω την απόσυρση των ποιημάτων του από τας σχολικάς βιβλιοθήκας, διότι βλάπτουν τας αθώας παιδικάς ψυχάς, και δεν τις διαποτίζουν με πατριωτικό φρόνημα. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με Αρχίλοχο βλ. Ι. Κακριδής, «Έλα Αφροδίτη Ανθοστεφανωμένη», Αθήνα, 1993.
2. Πίνδαρος (ο ομοφυλόφιλος παιδεραστής).

Στο βιβλίο του Ι. Κακριδή («Έλα Αφροδίτη Ανθοστεφανωμένη», σελ.132 κ.ε.) παρατηρούμε την ύπαρξη ενός άλλου αρχαίου διαφθορέα των νέων μας, τον οποίο οι εβραιομασώνοι του Υπουργείου Παιδείας τον προβάλλουν σαν σπουδαίο ποιητή, υμνωδό του γνήσιου ανδρισμού .
Να όμως ποια είναι η αλήθεια:
«Ο Πίνδαρος ήταν παιδεραστής∙ ό,τι στον ιωνικό κόσμο καταδικαζόταν ως ανεπίτρεπτο βίτσιο, στη Θήβα, όπως άλλωστε και στη Σπάρτη και στην Κρήτη, ήταν θεσμός αναγνωρισμένος από την Πολιτεία. [...] Για τον Πίνδαρο η παράδοση αναφέρει πως πέθανε 55 χρονών στο θέατρο του Άργους, πλαγιασμένος στα γόνατα του ερωμένου του, του Θεόξενου από την Τένεδο.» (Ι. Κακριδής, οπ.π., σελ. 132-3).
Και για όσους πιστεύουν ότι πρόκειται για αρχαίο κουτσομπολιό και συκοφαντίες, ιδού οι στίχοι του ίδιου του ποιητή, τους οποίους αφιερώνει στον αγαπημένο του:
«Στον καιρό σου, σαν ήσουν νέα, ψυχή μου, εταίριαζε
να τρυγάς των ερώτων τον καρπό∙
όποιος όμως θωρεί τα μάτια του Θεόξενου
σπιθόβολες να ξεπετούν φωτιές και δεν αναστατώνεται
από τον πόθο, μαύρη έχει καρδιά, που τη χαλκέψαν
με παγωμένη φλόγα γιά απ’ ατσάλι γιά από σίδερο!
Της Αφροδίτης έχει αυτός την καταφρόνια
της αστρομάτας, κι είτε να κερδίσει χρήματα μεβιάς παλεύει,
είτε με αδριαντροπιά γυναίκεια σέρνεται
και παίρνει πότε αυτόν και πότε εκείνον
το δρόμο. Όμως εγώ, με της θεάς το θέλημα,
σαν το κερί από μέλισσες ιερές, που η πύρα
το’χει δαγκώσει του ήλιου, λιώνω, μόλις αντικρίσω
των αγοριών την ανθισμένη νιότη».
(μτφ. Ι. Κακριδής)
Θα αφήνατε ποτέ, ω Συνέλληνες, τα παιδιά σας να διαβάσουν αυτόν τον ύμνο στην παιδεραστική ομοφυλοφιλία, χωρίς να φοβάστε μη σας βγουν ντιγκιντάγκες;
Όσο για τις γυναίκες, ο Πίνδαρος τις αγνοεί επιδεικτικά στην ποίησή του. Μόνο μία μυθική γυναίκα θαυμάζει, την Κυρήνη, κι αυτή επειδή είναι αντρογυναίκα (σκοτώνει θηρία στα βουνά και παλεύει με λιοντάρια).
Στη φωτιά λοιπόν, στη φωτιά και η πρόστυχη ποίηση του Πινδάρου! Μακριά από μας τους ηθικούς πατριώτες και τα παιδιά μας!
3. Δε θα γίνεις Έλληνας ποτέέέέ, Λουκιανέέέ, Λουκιανέέέ!

Αλοίμονο αν θεωρούσαμε Έλληνα όποιον βάρβαρο μάθαινε την ελληνική γλώσσα. Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι (γι’αυτό προτείνω να μηνύσουμε τη Γενάδειο βιβλιοθήκη, η οποία φέρει στην είσοδο την παραπλανητική επιγραφή «Έλληνες καλούνται οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες»).
Πιστοί σ’ αυτή τη θέση που διαφυλάσσει το ελληνικό αίμα από βάρβαρες επιμειξίες, προτείνω να αντιμετωπίσουμε με σκεπτικισμό το ρόλο του Λουκιανού στην αρχαιοελληνική γραμματεία. Πρόκειται για έναν βάρβαρο Σύρο, γεννημένο στα Σαμόσατα (Άνω Ευφράτης), ο οποίος «ήρθε στον ελληνικό κόσμο από έξω» (A. Lesky, Ιστ. Της Αρχαίας Ελλ. Λογοτεχνίας, σελ. 1147), ήταν δηλαδή (θα λέγαμε) μετανάστης. Μαθαίνουμε ότι «στον γλωσσικό τομέα η επιμέλεια και το γούστο έδωσαν σ’ αυτόν τον μη έλληνα μιαν καταπληκτική κατοχή της αττικής γλώσσας,η οποία με την ομαλή χάρη του ύφους του παίρνει κοντά του κάποια ζωή» (A. Lesky, οπ.π.).
Λες και τον μετανάστη περίμενε η ελληνική γλώσσα για να... ζωντανέψει (ήμαρτον Πλεύρη μου)!
Τούτος ο βάρβαρος, σπουδάζοντας σε ελληνικές σχολές και δημοσιεύοντας τα έργα του, όχι μόνο έκλεψε τη δουλειά και τη δόξα γνησίων Ελλήνων, αλλά είχε το θράσος να τα βάλει και με τη θρησκεία της χώρας που τον φιλοξενούσε:
«Τα πιο ακονισμένα βέλη τα ρίχνει ο ορθολογισμός του εναντίον της θρησκείας» (A. Lesky, σελ. 1149).
Παλιοβάρβαρε Λουκιανέ, αν δεν σου άρεσαν τα ήθη και έθιμα της χώρας που σε φιλοξενούσε, να μάζευες τα μπογαλάκια σου και δρόμο για την πατρίδα σου! Από τη στιγμή που ήσουν φιλοξενούμενος σε ελληνικά εδάφη, ώφειλες να δείξεις σεβασμό στις παραδόσεις!
4. Αριστοφάνης (ο αρχηγός της προστυχιάς).

Λείπει ο Μάρτης απ’ τη Σαρακοστή; Όχι βέβαια.
Κι άλλη φορά μίλησα για το πρόστυχο ήθος του. Για να μην επαναλαμβάνομαι, θα αναφέρω δυο τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα, που δείχνουν πόσο επικίνδυνος είναι για την αγωγή των Ελληνοχριστιανόπουλων.
Στο έργο του «Αχαρνής», έχουμε έναν ύμνο στο πέος. Ναι, καλά ακούσατε. Το λέει και ο ίδιος: «θα ψάλλω τον ύμνο του πέους» («άσομαι το φαλλικόν», στ.282).
Στον ύμνο αυτό, δοξάζει τον θεό «Πέος» ως σύντροφο του Διονύσου («Φαλής, εταίρε Βακχίου», στ. 284), και περήφανα τον χαρακτηρίζει ως σύντροφο στο γλέντι, νυχτοπερπατημένο, μοιχό και παιδεραστή («ξύγκωμε, νυκτοπεριπλάνητε, μοιχέ, παιδεραστά», στ. 285-6). Και πιο κάτω λέει πόσο όμορφο πράγμα είναι να κλέβεις (κλέπτουσαν) μια μικρή Θρακιώτισσα στα χωράφια, να τη βάζεις κάτω και να την ξεζουμίζεις («καταγιγαρτίσαι», στ. 296). Άσε που όταν σκέφτεται την ειρήνη, ο νους του πάει σε κραιπάλες («εκ κραιπάλης έωθεν ειρήνης», στ. 299).
Το αφήνω στην κρίση σας πατριώτες, αν πρέπει να επιτραπούν ποτέ τέτοιες προστυχιές στην αγωγή των νέων μας, οι οποίες χλευάζουν τις πολεμικές αρετές, και υμνούν την «τρυφηλότητα» και το «συβαριτισμό» (που θά’ λεγε κι ένας σοφός) της ειρήνης.
Αφήστε πάλι τις συκοφαντίες για τα ήθη των αρχαίων μας προγόνων. Στη «Λυσιστράτη» έχουμε τη διασπορά δύο ψευδών ειδήσεων: Πρώτον, ότι οι σεμνές Αθηναίες μας ήταν αχόρταγες λυσσάρες, και δεύτερον ότι η Μίλητος φημιζόταν για τους ποιοτικούς δονητές της, μήκους δύο πιθαμών.
Κλαίει η Λυσιστράτη που οι άντρες λείπουν στον πόλεμο, όχι επειδή θυσιάζουν με αυταπάρνηση τη ζωή τους για υψηλά ιδανικά, αλλά επειδή δεν βρίσκει γκόμενο να πηδηχτεί. Και κλαίει επειδή αποστάτησε η Μίλητος και σταμάτησε το εμπόριο δονητών:
«Και μήπως έμεινε κανένας γκόμενος για δείγμα;
Κι απ’ τον καιρό που μας προδώσαν οι Μηλίσιοι,
Δεν είδαν τα ματάκια μου πέτσινη μαλαπέρδα
Δυο πιθαμές παρηγοριά στα σκέλη μου»
(μτφ. Κ. Γεωργουσόπουλος, στ. 107-110).
Φωτιά, φωτιά στα βιβλία του Εξαποδώ!
Περιττό να αναφέρουμε πόσο ξεδιάντροπα χλευάζει την τιμημένη ελληνική πανοπλία, όταν μας λέει ότι θα αγόραζε στρατιωτικό θώρακα μόνο για να’χει κάπου να χέζει (Ειρήνη, στ. 1227).
Κάποιοι «διαβασμένοι» πατριώτες θα απορήσουν: Για ποιο λόγο ο Δάσκαλος εντάσσει τον Αριστοφάνη ανάμεσα στους «αρίστους», και μιλάει με θαυμασμό για τα τρία ανθελληνικά έργα που ανέφερα, δηλαδή «Αχαρνής», «Λυσιστράτη», και «Ειρήνη»;
Να και το σχετικό απόσπασμα:
«Την απέχθειάν του προς την δημοκρατίαν ο Αριστοφάνης την συμπληρώνει με την αγάπην του προς την Ελλάδα και γι’ αυτό αγωνίζεται με τα έργα του π.χ. «Ειρήνη», «Λυσιστράτη», «Αχαρνής» κτλ. κτλ. να σταματήσει ο καταστρεπτικός εμφύλιος πόλεμος» (Πλεύρης, ο Διωγμός των Αρίστων, σελ. 57).
Θα αναρωτηθείτε: μα καλά, δεν διάβασε ο Δάσκαλος της προστυχιές αυτών των βιβλίων; Ποια «αγάπη για την Ελλάδα», όταν ο Αριστοφάνης εξυμνεί πέη και παιδεραστές;
Μην ψαρώνετε, αγαπητοί πατριώτες. Σαφώς και τα γνώριζε. Μάθετε επιτέλους να ξεχωρίζετε την λεπτή ειρωνία του Δασκάλου. Ειρωνικά τα λέει, στα ψέματα. Κατά βάθος τον επικρίνει σφοδρότατα, απλά το κάνει με πλάγιο και ευγενικό τρόπο, διότι είναι Αρείος.
Όσοι υποστηρίξουν ότι «ο Δάσκαλος είναι ύπουλος προπαγανδιστής, και παρουσιάζει την Ιστορία όπως τον βολεύει, ποντάροντας στη στενοκεφαλιά των οπαδών του», να ξέρουν ότι είναι συκοφάντες, γραικύλοι και ανθέλληνες, σαν τον Αριστοφάνη!









